Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Ρέα Γαλανάκη: «Από την απώλεια ξεκινά κανείς»


Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΚΡΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ», ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Συνέντευξη στον Γιώργο Παπαχριστοδούλου


Αυτή τη φορά, η Ρέα Γαλανάκη επέλεξε να μας μιλήσει για κάτι κοντινό. Αυτό που βιώνουμε. Ως τώρα, μας εξοικείωσε με λησμονημένα πρόσωπα: τον Ισμαήλ Φερίκ Πασά που επέστρεψε πολιορκητής και αφανίστηκε στον τόπο που γεννήθηκε (1989), τον Πατρινό Ανδρέα Ρηγόπουλο ο οποίος υπέγραφε με το ψευδώνυμο της παρανομίας «Λουί» (1993), την Σπετσιώτισσα Ελένη Αλταμούρα - Μπούκουρα η οποία έζησε ως Κανένας (1998), την Τασούλα Πετρακογιώργη η απαγωγή της οποίας, ενώ συντάραξε το Ηράκλειο της Κρήτης το 1950, αποσιωπήθηκε (2006).

-Για ποιον λόγο αυτή η στροφή στη ζώσα ιστορία και η μετατόπιση του τόπου δράσης - από την Κρήτη, την Πάτρα και τις Σπέτσες, την ευρύτερη μεσογειακή περιφέρεια, στην Αθήνα, την μητρόπολη, ένα κέντρο των γεγονότων;

«Λέω το παρόν ως ιστορία, αλλά εσείς το είπατε καλύτερα - ζώσα ιστορία. Έχω την αίσθηση ότι ζούμε ιστορικές στιγμές ή τουλάχιστον μια περίοδο ιστορική, πολύ συγκεχυμένη. Επειδή κάθε ιστορική στιγμή ανατρέπει τις προηγούμενες βεβαιότητες που έχουμε, την ασφάλεια μας σε κάποιες ιδέες, ήθελα λίγο να ψάξω αυτή την κινούμενη άμμο πάνω στην οποία περπατάμε όλοι -και σταματημό δεν έχουμε».


Τι ήθελε να πετύχει με την Άκρα Ταπείνωση, που κυκλοφόρησε το 2015 και δανείζεται τον τίτλο της από το πίνακα που φιλοτέχνησε ο Νικόλαος Τζαφούρης, τον 16ο αιώνα, απεικονίζοντας το νεκρό σώμα του Χριστού;

«Ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα για την κρίση το οποίο όμως να μην είναι ούτε κακή δημοσιογραφία ούτε εύκολος πολιτικός λόγος. Στο βιβλίο δεν θα βρείτε ούτε μια λέξη για πολιτικά κόμματα. Ήθελα να πάω βαθύτερα. Να βοηθήσω κι εμένα να σκεφτώ δίνοντας κίνητρα σκέψης στον αναγνώστη».

Οι πρωταγωνίστριες του βιβλίου, μια φιλόλογος και μια ζωγράφος, στη σύνταξη, μαθαίνουν ότι ο ξενώνας στον οποίο μένουν, σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της Αθήνας, θα κλείσει. Την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012, αποδρούν, μεταμφιέζονται σε Τειρεσία και Νύμφη, χάνονται στο πλήθος το οποίο διαδηλώνει ενάντια στην ψήφιση των μέτρων του δεύτερου μνημονίου, επί πρωθυπουργίας Παπαδήμου. Είναι μια βραδιά που, όπως θυμόμαστε, συμβαίνουν πολλά - άλλοι πυρπολούν τα σινεμά «Αττικόν» και «Απόλλων» στη Σταδίου, άλλοι ειρηνικά καταλαμβάνουν σύμβολα εξουσίας, όπως το δημαρχείο της πόλης. Οι πρωταγωνίστριες ψηλαφούν όσα συμβαίνουν, αναζητώντας νόημα για τις ίδιες και τον κόσμο, τον σκληρό και αντιφατικό κόσμο της αθηναϊκής μητρόπολης, εν μέσω κρίσης. Στο τέλος τις σώζει ένας άστεγος, ο Περικλής, όνομα που παραπέμπει ευθέως στις σημασίες της δημοκρατίας.

Μια από τις αρετές του βιβλίου είναι ότι αναμετριέται με την πραγματικότητα. Ρωτά, δεν απαντά, προσπαθεί να ερμηνεύσει. Λόγου χάρη, η βία για την οποία πολύ συζήτηση γίνεται και την οποία αγγίζει το μυθιστόρημα. Ενυπάρχει στην κοινωνία, εκφράζεται και μέσα από τους διαχωρισμένους θεσμούς, χρησιμοποιείται ως εργαλείο από μερίδα του πλήθους, με μια μηδενιστική, στα όρια του μισάνθρωπου, προοπτική. Π.χ. ο γιος της Κατερίνας, που επιτηρούσε τις δύο γυναίκες, σταδιακά γίνεται χρυσαυγίτης με την Κρητικιά μάνα να μην συγχωρεί ποτέ αυτή την επιλογή. Αυτήν την έντιμη απόπειρα της Γαλανάκη να κατανοήσει, εντός ενός σκηνικού αρχαίας τραγωδίας, στο οποίο επέρχεται η λύτρωση, την αντιλαμβάνεται κανείς εάν παρακολουθήσει διά ζώσης μια παρουσίαση του βιβλίου όταν η συγγραφέας συνομιλεί με το κοινό.

ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ
Μέσα από τον διάλογο της μάνας με τον γιο της, τον Ορέστη, ο οποίος δηλώνει αναρχικός, η Γαλανάκη μιλά επίσης για τους ανθρώπους της δικής της γενιάς, εκείνης του Πολυτεχνείου.
«Μέσα από τη σχέση της μάνας με τον γιο θέλησα να φέρω σε διάλογο τις δύο γενιές. Εκείνη που ηττήθηκε, αποσύρθηκε, δεν άσκησε όμως εξουσία και τη σημερινή που εξεγείρεται. Ήθελα νω δω τι συμβαίνει στο εσωτερικό των ανθρώπων, μιας καλλιεργημένης μεσαίας τάξης που πέφτει συνεχώς και δεν ξέρει τι γίνεται. Είδα τις δυο μορφές των εξεγέρσεων παρατηρώντας ότι σήμερα τα πράγματα γίνονται αλλιώς. Στη λογοτεχνία από την απώλεια ξεκινά κανείς».
Εντούτοις, η ίδια, ορθά, δεν υιοθετεί τον όρο «γενιά του Πολυτεχνείου» επειδή έχουμε αντιληφθεί ότι περισσότερο εξυπηρετεί αφηρημένες ταξινομήσεις ή πολιτικές σκοπιμότητες εναντίον όσων αγωνίστηκαν για το τρίπτυχο «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» παραμένοντας ως σήμερα αξιοπρεπείς.
Συμφωνήσαμε στην παραπάνω παρατήρηση στον δημόσιο διάλογο που είχαμε πριν τη συνέντευξη, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου στη Χαλκίδα, ένα ζεστό απόγευμα του Φλεβάρη. Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε, με πρωτοβουλία της Λέσχης Ανάγνωσης Ευρίπου.

«ΑΣ ΔΙΑΛΕΞΟΥΜΕ»
Για τα πρώτα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας είχε δηλώσει στην Σταυρούλα Παπασπύρου πως «η μοναξιά μας ήταν τρομερή. Κανείς δεν μιλούσε, απόλυτη βουβαμάρα. Οι αντιστασιακοί, εκείνα τα πρώτα χρόνια, ήταν ελάχιστοι» (Lifo, Μάιος 2015).
Τι συμβαίνει σήμερα όταν ζήσαμε την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, τις συνελεύσεις των ‘αγανακτισμένων’ στις πλατείες όλης της χώρας, ενώ πληθαίνουν πρωτοβουλίες αυτοδιαχείρισης όπως η ΒΙΟΜΕ, υπάρχουν δομές αλληλεγγύης με τους αστέγους, όπως το περιοδικό Σχεδία, στο οποίο μίλησε τον Νοέμβριο του 2015 καθώς η Άκρα Ταπείνωση φωτίζει το φαινόμενο των νεοαστέγων;
«Υπάρχουν ελάχιστες αναλογίες. Αυτό που είπα ότι στα δύο πρώτα χρόνια της χούντας κανείς δεν μιλούσε με κανέναν, υπήρχε μαυρίλα, δεν έχει τόση σημασία. Σήμερα, παρατηρώ ότι, ακόμη και στο χώρο των λεγόμενων πνευματικών ανθρώπων, επικρατεί διχασμός.
Οι άνθρωποι έχουνε πάει είτε προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά, όποιες κι αν ήταν οι καταβολές τους. Υπάρχει, δυστυχώς, ένας καινούριος διχασμός, ένας φανατισμός. Ιδιαίτερα σε όσους έχουν μετακινηθεί από την αριστερά προς την δεξιά ή την κεντροδεξιά. Είναι κάτι που με στενοχωρεί. Στο μυθιστόρημα έθιξα μερικά από τα ζητήματα που αναφέρετε. Δεν ήθελα να κρυφτώ πίσω από το δάχτυλο μου. Δεν ήθελα να δω την κρίση ως ντεκόρ.
Ήθελα να την δω στην πλατεία Συντάγματος, μέσα στις συγκρούσεις. Να στήσω μια ανθρώπων ιστορία - όχι να βγάλω συνθήματα. Κι εκεί να σκεφτώ. Απάνω στη σύγκρουση, μέσα στους δρόμους, μέσα στο φοβερό σκηνικό των τελευταίων πέντε έξι χρόνων στην πόλη που είναι η Αθήνα και παίζεται μια καινούρια τραγωδία».
Η Αριστερά, με τη διευρυμένη έννοια που μας την κληροδότησε η γαλλική επανάσταση, τι περιεχόμενο έχει σήμερα; «Αλλάζει πάντα. Είναι αστείο να λέμε ότι η Αριστερά θα είναι ίδια στο διηνεκές. Κάποια πράγματα θα μείνουν ως βασικές αρχές. Αλλά, προφανώς, οι εποχές αλλάζουν. Αλλιώς η Αριστερά στην Κατοχή, αλλιώς στο Μεσοπόλεμο, αλλιώς σήμερα που και πάλι εκφράζεται με πολλά πρόσωπα. Η Αριστερά είναι κάτι το ποικίλο. Σημασία έχει να δει κανείς ότι η Αριστερά έχει ορισμένες βασικές επιλογές και αντίστοιχα η Δεξιά κάποιες άλλες. Επειδή σήμερα αυτά τα δυο υπάρχουν, ας διαλέξουμε με ποιον θα είμαστε».

Η ΑΓΑΠΗ ΩΣ ΑΝΤΙΔΟΤΟ
Ο έρωτας τι ρόλο παίζει σε αυτό το σκηνικό που θυμίζει αρχαία τραγωδία;
«Όχι ο έρωτας! Ο έρωτας μπορεί να είναι πολύ βίαιος και καταστροφικός. Η αγάπη μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο. Άλλωστε, μιλάω για την αγάπη που υπάρχει ανάμεσα σε δυο γυναίκες, μέσα από την περιπέτεια που ζήσανε. Το πώς μπορείς να αναπτύξεις αισθήματα καλά απέναντι στον άλλο, ιδιαίτερα σε τέτοιες εποχές. Με ενδιαφέρει η ανθρώπινη αγάπη και αλληλεγγύη με την έννοια της fraternité, όπως εκφράζεται στη γαλλική επανάσταση. Με την έννοια της αλληλεγγύης.
Μια δουλεμένη αγάπη. Αυτή είναι η αγάπη – ούτε χριστιανική ούτε ροζ ούτε πουλάκια και λουλουδάκια. Η ζεστασιά του ενός προς τον άλλον». Πρόκειται για σχέση που καλλιεργείται, συνηγορώ, ενώ η συζήτηση, στο κομοδίνο - τραπέζι μιας παλιάς ραπτομηχανής Singer του Bogart the bar, τελειώνει. Όπως στο βιβλίο, όπου οι δυο γυναίκες αρχικά εχθρεύονται η μια την άλλη, στο τέλος όμως φιλιώνουν. «Μέσα από τις περιπέτειες τους».

«ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΦΑΪ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ»

Η προσωπική μνήμη έχει καταγράψει τη Ρέα Γαλανάκη ως συγγραφέα του βιβλίου «Ελένη ή ο κανένας» που στηρίχτηκε στη ζωή της Ελένης Αλταμούρα-Μπούκουρα. Από ένα τεύχος του, τότε δεκαπενθήμερου, περιοδικού «Ο Πολίτης», το Νοέμβριο του 1997. Εκεί δημοσιεύεται μια ομιλία της Γαλανάκη με νεότερα στοιχεία για την πολυτάραχη ζωή της ζωγράφου η οποία μεταμφιέστηκε σε άντρα για να σπουδάσει στην Ιταλία. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε έναν χρόνο αργότερα.
Προσθέτοντας, όπως κι όσα προηγήθηκαν κι ακολούθησαν, πολύτιμα στοιχεία για την γνώση του παρελθόντος. Ενός παρελθόντος αποσιωπημένου, το οποίο ανασυντίθεται και φωτίζεται στο παρόν. Μέσα από τη μαχητική ματιά και την ζωηρή, ερωτηματική γραφή της συγγραφέως που γεννήθηκε το 1947, στο Ηράκλειο και πριν δυο χρόνια συμπλήρωσε σαράντα χρόνια στη λογοτεχνία. Η Γαλανάκη δεν καθοδηγεί – ρωτά, ερευνά, μαθαίνει, συνομιλεί με το χρόνο, τους ανθρώπους, τους τόπους, τη φύση.

-Οι ήρωες και οι ηρωίδες στα μυθιστορήματα σας είναι είτε αγνοημένοι είτε αφανείς είτε έξω την κυρίαρχη αφήγηση της ιστορίας. Αναφέρομαι στην αφήγηση που δίνει πρωτεύοντα ρόλο στους άνδρες, στις μάχες, στα έθνη-κράτη. Το περιθώριο γοητεύει…
«Αισθάνομαι μια μεγάλη αδικία και θέλω να επανορθώσω πράγματα για ανθρώπους που στην εποχή τους ήταν αρκετά σημαντικοί. Να αφηγηθώ γιατί πετάχτηκαν από την εποχή τους στο περιθώριο, σε ένα χαντάκι μέσα. Γιατί ήτανε καταραμένοι, γιατί τους έκριναν ως καταραμένους».

-Πώς το αποτυπώνει αυτό ο συγγραφέας στο χαρτί;
«Ένας ζωγράφος θα το έκανε αλλιώς. Ο συγγραφέας το κάνει με τις λέξεις. Δεν υπάρχει συνταγή. Προσπαθούμε να κάνουμε τη δουλειά μας με τις λέξεις και τα νοήματα που κρύβουν. Μην ξεχνάμε πως οι λέξεις είναι ο βασικός, ο πρώτος και ο ανυποχώρητος κώδικας επικοινωνίας. Η γλώσσα είναι το πιο βασικό, το πιο επικίνδυνο, το πιο σκληρό ανάμεσα μας».

- Παλιότερα το στερεότυπο ήθελε τις γυναίκες να διαβάζουν Άρλεκιν.
«Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Τις θέλει να διαβάζουν τη λεγόμενη γυναικεία λογοτεχνία. Ο όρος με ενοχλεί επειδή υποτιμά τις γυναίκες. Θεωρεί ότι ασχολούνται μόνον με ροζ υποθέσεις ή με τα σίριαλ».

-Η απελευθέρωση της γυναίκας από τα δεσμά του νοικοκυριού και της αντρικής κυριαρχίας, όπως τη βιώνουμε στο παρόν, πόσο σας απασχολεί ως θέμα;
«Ασχολούμαι με τις γυναίκες σε διάφορες εποχές επειδή είμαι και γυναίκα. Ασφαλώς, θα βάλω σε πρωταρχική θέση και ηρωίδες γυναίκες. Δεν υπάρχουν όμως γραμμές στα καθημερινά, στα μικρά. Μου αρέσει, για παράδειγμα, να είναι το σπίτι μου καθαρό, να υπάρχει ένα φαΐ στο τραπέζι. Θα μαγειρέψω δηλαδή. Άλλοι αυτό το θεωρούν υποτιμητικό ή δουλεία. Σημασία έχει οι άνδρες και οι γυναίκες να ορίσουμε όλες μας τις λειτουργίες σε μια ισορροπία, κάνοντας αυτά που μας αρέσουν».


*Το βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη «Άκρα Ταπείνωση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου